δεν
•
- αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης Βικιλεξικό
- δε θα έρθω αύριο στο γραφείο
- σε ερωτήσεις, αντί προτροπής Βικιλεξικό
- δεν έρχεσαι μαζί μας; (έλα μαζί μας)
- ανάμεσα σε επανάληψη του ίδιου ρήματος για να προσδώσει την έννοια του περίπου, σχεδόν Βικιλεξικό
- έχει δεν έχει πέντε λεπτά που έφυγε
- πήρε δεν πήρε εκατό ευρώ
Ετυμολογία
δεν < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δέν < οὐδέν με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος < αρχαία ελληνική οὐδέν (επίρρημα), ουδέτερο της αντωνυμίας οὐδείς
Άλλοι τύποι
δε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →