δεν πας να σε φυσήξει λίγος αέρας
•
- ειρωνικόπροτροπή σε κάποιον που λέει ή απαιτεί παράλογα πράγματα, να ανανεωθεί στο ευεργετικό κλίμα του αέρα για να σκεφτεί λογικότερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
→ δείτε τις λέξεις δεν και πας, προστακτική του πηγαίνω, να, σε, φυσήξει (εξαρτημένος τύπος του φυσάω), λίγος & αέρας
Άλλοι τύποι
δεν πας να σε φυσήξει λίγος αέρας!
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →