Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεν σηκώνω κεφάλι

φράση
•
  1. αφοσιώνομαι απόλυτα σε κάτι που είμαι αναγκασμένος να διεκπεραιώσω δουλικά (φράση που κατά πάσα πιθανότητα άρχισε να χρησιμποιείται σαν αντίθετη της μεσαιωνικής φράσης σηκώνω κεφάλι και κάνω κεφάλι, που σήμαινε επαναστατώ, εξεγείρομαι) Βικιλεξικό
    • στη δουλειά του δεν σηκώνει κεφάλι και είναι ο μόνος μάλιστα που δεν απεργεί ποτέ
  2. αφοσιώνομαι σε κάτι με δική μου επιλογή, αλλά τελώ υπό πίεση και δεν διασκεδάζω καθόλου Βικιλεξικό
    • στις εξετάσεις σοβαρεύομαι και δεν σηκώνω κεφάλι (από το διάβασμα)
  3. με βρίσκει η μία ατυχία μετά την άλλη στα οκονομικά ή στη συναισθηματική μου ζωή και δεν μπορώ να συνέλθω, να πάρω ανάσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →