δενδροκαλλιέργεια
•
- γεωπονίαη καλλιέργεια οπωροφόρων ή άλλων δέντρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δενδροκαλλιέργεια < δένδρ(ον) + -ο- + -καλλιέργεια, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arboriculture
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δενδροκαλλιέργεια | δενδροκαλλιέργειες |
| Γενική | δενδροκαλλιέργειας | δενδροκαλλιεργειών |
| Αιτιατική | δενδροκαλλιέργεια | δενδροκαλλιέργειες |
| Κλητική | δενδροκαλλιέργεια | δενδροκαλλιέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →