δεντρογέρακο
•
- πτηνόείδος γερακιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεντρογέρακο < δέντρ(ο) + -ο- + γεράκ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεντρογέρακο | δεντρογέρακα |
| Γενική | δεντρογέρακου | δεντρογέρακων |
| Αιτιατική | δεντρογέρακο | δεντρογέρακα |
| Κλητική | δεντρογέρακο | δεντρογέρακα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →