δεντρώνω
•
- γίνομαι δέντρο Βικιλεξικό
- δεντροφυτεύω, αναδασώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεντρώνω < δέντρο + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δεντρώνω | δεντρώνεις | δεντρώνει | δεντρώνουμε | δεντρώνετε | δεντρώνουν / δεντρώνουνε |
| Παρατατικός | δέντρωνα | δέντρωνες | δέντρωνε | δεντρώναμε | δεντρώνατε | δέντρωναν / δεντρώναν / δεντρώνανε |
| Αόριστος | δέντρωσα | δέντρωσες | δέντρωσε | δεντρώσαμε | δεντρώσατε | δέντρωσαν / δεντρώσαν / δεντρώσανε |
| Μέλλοντας | θα δεντρώνω / θα δεντρώσω | θα δεντρώνεις / θα δεντρώσεις | θα δεντρώνει / θα δεντρώσει | θα δεντρώνουμε / θα δεντρώσουμε | θα δεντρώνετε / θα δεντρώσετε | θα δεντρώνουν / θα δεντρώνουνε / θα δεντρώσουν / θα δεντρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δεντρώσει | έχεις δεντρώσει | έχει δεντρώσει | έχουμε δεντρώσει | έχετε δεντρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δεντρώσει | είχες δεντρώσει | είχε δεντρώσει | είχαμε δεντρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δεντρώσει / να δεντρώνω / να δεντρώσω | να έχεις δεντρώσει / να δεντρώνεις / να δεντρώσεις | να έχει δεντρώσει / να δεντρώνει / να δεντρώσει | να έχουμε δεντρώσει / να δεντρώνουμε / να δεντρώσουμε | να έχετε δεντρώσει / να δεντρώνετε / να δεντρώσετε | να δεντρώνουν / να δεντρώνουνε / να δεντρώσουν / να δεντρώσουνε |
| Προστακτική | — | δέντρωνε / δέντρωσε | — | — | δεντρώνετε / δεντρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →