δεξιά
•
- λόγιοτο δεξί χέρι Βικιλεξικό
- έκφραση: δε γνωρίζει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά (για άνθρωπο που δεν έχει ιδέα του τι κάνει)
- πολιτικήτα συντηρητικά κόμματα Βικιλεξικό
- πολιτικήγυναίκα που υποστηρίζει συντηρητικά κόμματα Βικιλεξικό
- η συγκεκριμένη παρέα είναι πολιτικά διχασμένη: οι μισές είναι φόλα δεξιές, οι άλλες μισές φόλα συριζαίες και την τελευταία φορά που βγήκαμε ομαδικώς για καφέ, ως μόνη πασόκα, είχα βρεθεί στη μέση, σαν διαιτητής χωρίς σφυρίχτρα. (Αύγουστος Κορτώ, Η άλλη Κατερίνα, εκδ. Πατάκης, 2022)
Ετυμολογία
δεξιά < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου δεξιός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική droite (θηλυκό του droit)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →