δεξιοχειρία
•
- το να είναι κάποιος δεξιόχειρας, η ιδιότητα του δεξιόχειρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεξιοχειρία < δεξιόχειρας + -ία, μορφολογικά αναλύεται δεξι(ός) + -ο- + -χειρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεξιοχειρία | δεξιοχειρίες |
| Γενική | δεξιοχειρίας | δεξιοχειριών |
| Αιτιατική | δεξιοχειρία | δεξιοχειρίες |
| Κλητική | δεξιοχειρία | δεξιοχειρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →