Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεοντολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δεοντολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεοντολογικός < δεοντολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεοντολογικόςδεοντολογικήδεοντολογικό
Γενικήδεοντολογικούδεοντολογικήςδεοντολογικού
Αιτιατικήδεοντολογικόδεοντολογικήδεοντολογικό
Κλητικήδεοντολογικέδεοντολογικήδεοντολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεοντολογικοίδεοντολογικέςδεοντολογικά
Γενικήδεοντολογικώνδεοντολογικώνδεοντολογικών
Αιτιατικήδεοντολογικούςδεοντολογικέςδεοντολογικά
Κλητικήδεοντολογικοίδεοντολογικέςδεοντολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →