δεοντολογικός
•
- σχετικός με τη δεοντολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεοντολογικός < δεοντολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεοντολογικός | δεοντολογική | δεοντολογικό |
| Γενική | δεοντολογικού | δεοντολογικής | δεοντολογικού |
| Αιτιατική | δεοντολογικό | δεοντολογική | δεοντολογικό |
| Κλητική | δεοντολογικέ | δεοντολογική | δεοντολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεοντολογικοί | δεοντολογικές | δεοντολογικά |
| Γενική | δεοντολογικών | δεοντολογικών | δεοντολογικών |
| Αιτιατική | δεοντολογικούς | δεοντολογικές | δεοντολογικά |
| Κλητική | δεοντολογικοί | δεοντολογικές | δεοντολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →