δερματάδικο
•
- προφορικόσυνώνυμο του βυρσοδεψείο Βικιλεξικό
- Μία από τις εισόδους στου Ψυρρή είναι η Μιαούλη, η οδός με τα δερματάδικα και τα καταστήματα με τα χειροποίητα υποδήματα.
Ετυμολογία
δερματάδικο < δερματ(άς) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δερματάδικο | δερματάδικα |
| Γενική | δερματάδικου | δερματάδικων |
| Αιτιατική | δερματάδικο | δερματάδικα |
| Κλητική | δερματάδικο | δερματάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →