Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δερματάδικο

/ðeɾ.maˈta.ði.ko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προφορικόσυνώνυμο του βυρσοδεψείο Βικιλεξικό
    • Μία από τις εισόδους στου Ψυρρή είναι η Μιαούλη, η οδός με τα δερματάδικα και τα καταστήματα με τα χειροποίητα υποδήματα.

Ετυμολογία

δερματάδικο < δερματ(άς) + -άδικο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδερματάδικοδερματάδικα
Γενικήδερματάδικουδερματάδικων
Αιτιατικήδερματάδικοδερματάδικα
Κλητικήδερματάδικοδερματάδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →