Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δερματοστίκτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που κάνει τατουάζ (δερματοστιξία) σε άλλους Βικιλεξικό
    • Για να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των δερματοστικτών με τον εν λόγω περιορισμό, στη δερματοστιξία θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μείγματα που φέρουν τη δήλωση «Μείγμα για χρήση σε τατουάζ ή μόνιμο μακιγιάζ». (Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2081 της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 2020, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 15.12.2020, σελ. L 423/11, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32020R2081&from=EN)

Ετυμολογία

δερματοστίκτης < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδερματοστίκτηςδερματοστίκτες
Γενικήδερματοστίκτηδερματοστικτών
Αιτιατικήδερματοστίκτηδερματοστίκτες
Κλητικήδερματοστίκτηδερματοστίκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →