δερμικός
•
- που έχει σχέση με το δέρμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δερμικός < δέρμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δερμικός | δερμική | δερμικό |
| Γενική | δερμικού | δερμικής | δερμικού |
| Αιτιατική | δερμικό | δερμική | δερμικό |
| Κλητική | δερμικέ | δερμική | δερμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δερμικοί | δερμικές | δερμικά |
| Γενική | δερμικών | δερμικών | δερμικών |
| Αιτιατική | δερμικούς | δερμικές | δερμικά |
| Κλητική | δερμικοί | δερμικές | δερμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →