δεσιά
•
- λαϊκότροποδέσιμο Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτεχνητό εμπόδιο για την αλλαγή κατεύθυνσης της ροής του νερού ενός ρεύματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεσιά < δένω (δεσ-) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεσιά | δεσιές |
| Γενική | δεσιάς | δεσιών |
| Αιτιατική | δεσιά | δεσιές |
| Κλητική | δεσιά | δεσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →