δεσμά
•
- οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να δέσουμε κάποιον (π.χ. σχοινί, αλυσίδες) Βικιλεξικό
- άγνωστο πώς κατάφερε ο δραπέτης να απαλλαγεί από τα δεσμά του
- ο εγκλεισμός σε φυλακή, η κάθειρξη Βικιλεξικό
- ισόβια δεσμά
- μεταφορικάοτιδήποτε περιορίζει την ελευθερία μας ή οτιδήποτε ενώνει τους ανθρώπους, οι δεσμοί Βικιλεξικό
- τα δεσμά του γάμου
Ετυμολογία
δεσμά < δεύτερος πληθυντικός αριθμός του δεσμός (αρσενικού)
Άλλοι τύποι
δεσμέδεσμοίδεσμούδεσμούςδεσμόδεσμόςδεσμών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →