δεσμίδα
•
- μικρή δέσμη, ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, πχ από χαρτί, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα κλπ Βικιλεξικό
- μια δεσμίδα χαρτονομίσματα των 20€
- Ο ξυλουργός όταν προχώρησε στην επιδρομή φορούσε στολή στρατιωτικής παραλλαγής κάτω από την οποία έφερε χιαστί δεσμίδα φυσιγγίων (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 19 Μαρτίου 2012)
- (ιατρική) σχηματισμός νευρώνων
Ετυμολογία
δεσμίδα < αρχαία ελληνική δεσμίς < δέσμη < δέω (δένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεσμίδα | δεσμίδες |
| Γενική | δεσμίδας | δεσμίδων |
| Αιτιατική | δεσμίδα | δεσμίδες |
| Κλητική | δεσμίδα | δεσμίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →