δεσμευμένος
•
- που έχει δεσμευτεί Βικιλεξικό
- ο χώρος είναι δεσμευμένος
- είναι ο κύριος επενδυτής και έχει μεγάλα δεσμευμένα κεφάλαια
- δεν θα μπορέσει να έρθει, είναι δεσμευμένος αλλού
- εμποδίζομαι από ηθικό, νομικό, συναισθηματικό ή άλλο λόγο Βικιλεξικό
- η διεύθυνση είναι δεσμευμένη απέναντι στο συνδικάτο
- είμαστε δεσμευμένοι στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας
- που έχει συνάψει ερωτικό δεσμό με άλλο πρόσωπο Βικιλεξικό
- πληροφορικήμπορεί να αναφέρεται σε ονομασίες (identifiers), όπως και σε περιοχές της μνήμης Βικιλεξικό
- κάθε γλώσσα προγραμματισμού χρησιμοποιεί έναν αριθμό δεσμευμένων λέξεων
Ετυμολογία
δεσμευμένος < δεσμεύω
Άλλοι τύποι
δεσμευμέναδεσμευμένεδεσμευμένεςδεσμευμένηδεσμευμένηςδεσμευμένοδεσμευμένοιδεσμευμένοςδεσμευμένουδεσμευμένουςδεσμευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →