δεσμευτικότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάτι δεσμευτικό, η ιδιότητα του δεσμευτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεσμευτικότητα < δεσμευτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεσμευτικότητα | δεσμευτικότητες |
| Γενική | δεσμευτικότητας | δεσμευτικοτήτων |
| Αιτιατική | δεσμευτικότητα | δεσμευτικότητες |
| Κλητική | δεσμευτικότητα | δεσμευτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →