δεσμεύομαι
•
- περιορίζομαι από νομική ή ηθική υποχρέωση Βικιλεξικό
- υπόσχομαι ότι θα τηρήσω μια υποχρέωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεσμεύομαι < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
δεσμευμένοςδεσμευτώδεσμευόμουνδεσμεύτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →