δεσποινίδα
•
- για την προσφώνηση, δείτε δεσποινίς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεσποινίδα < δεσποινίς (υποκοριστικό του δέσποινα), από την αιτιατική δεσποινίδα → δείτε περισσότερα στο δεσποινίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεσποινίδα | δεσποινίδες |
| Γενική | δεσποινίδας | δεσποινίδων |
| Αιτιατική | δεσποινίδα | δεσποινίδες |
| Κλητική | δεσποινίδα | δεσποινίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →