δεσποτικό
•
- θρησκείαειδικό περίτεχνο κάθισμα (σαν θρόνος) του δεσπότη, που βρίσκεται δίπλα από το δεξί ψαλτήρι Βικιλεξικό
- η κατοικία ενός δεσπότη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεσποτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δεσποτικός < μεσαιωνική ελληνική δεσποτικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεσποτικό | δεσποτικά |
| Γενική | δεσποτικού | δεσποτικών |
| Αιτιατική | δεσποτικό | δεσποτικά |
| Κλητική | δεσποτικό | δεσποτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →