Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δευτερογενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. δευτερεύων Βικιλεξικό
  2. οικονομίαο τομέας της μεταποιητικής, βιοτεχνικής και βιομηχανικής δραστηριότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δευτερογενής < δεύτερος + γένος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδευτερογενήςδευτερογενήςδευτερογενές
Γενικήδευτερογενούςδευτερογενούςδευτερογενούς
Αιτιατικήδευτερογενήδευτερογενήδευτερογενές
Κλητικήδευτερογενή / δευτερογενήςδευτερογενήςδευτερογενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδευτερογενείςδευτερογενείςδευτερογενή
Γενικήδευτερογενώνδευτερογενώνδευτερογενών
Αιτιατικήδευτερογενείςδευτερογενείςδευτερογενή
Κλητικήδευτερογενείςδευτερογενείςδευτερογενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →