Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δηθενιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη κατάσταση του να είναι κάποιος δήθεν, να υποκρίνεται κάτι που δεν είναι Βικιλεξικό
    • στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
    • «Α, δεν τα μπορώ αυτά τα τρέντι. Το Κουκάκι γεμίζε με δαύτα και χάνει την ταυτότητά του». «Θα μας φάει η δηθενιά», έκλεισε την κουβέντα ο ιδιοκτήτης. «Γι'αυτό μη ζητάς διαίτης και τα ρέστα. Η κουζίνα εδώ είναι ορίτζιναλ, πολίτικη (Ευτυχία Γιαννάκη, Πόλη στο φως, εκδ. Ίκαρος, 2018)
    • Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)

Ετυμολογία

δηθενιά < δήθεν + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδηθενιάδηθενιές
Γενικήδηθενιάςδηθενιών
Αιτιατικήδηθενιάδηθενιές
Κλητικήδηθενιάδηθενιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →