Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δηκτικώς

επίρρημα
•
  1. παρωχημένοδηκτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δηκτικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δηκτιικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε δηκτικ(ός) + -ώς.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →