δηλαδή
•
- επεξηγηματικός σύνδεσμος: τουτέστιν, δηλονότι, λοιπόν, με άλλα λόγια, για την ακρίβεια, πιο αναλυτικά, συγκεκριμένα Βικιλεξικό
- Το είπα στον αδελφό του, δηλαδή στον Κώστα. (διευκρινίζω σε ποιον από τους αδελφούς αναφέρομαι)
- Δηλαδή το δέχτηκε; (εννοείς ότι το δέχτηκε;)
- Να πάρουμε αυτοκίνητο; Πώς δηλαδή; (ή Δηλαδή πώς το εννοείς;) (πώς μπορούμε να το πάρουμε, αφού δεν έχουμε χρήματα;)
- Δηλαδή πώς το είπε; (γίνε πιο αναλυτικός)
Ετυμολογία
δηλαδή < αρχαία ελληνική δηλαδή < δῆλα + δή < δῆλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dyew- (ουρανός, λάμπω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →