Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δηλοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δηλοποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δηλοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δηλοποίη(σις) + -ση ή δηλοποι(ώ), δηλοποιη- + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδηλοποίησηδηλοποιήσεις
Γενικήδηλοποίησηςδηλοποιήσεων
Αιτιατικήδηλοποίησηδηλοποιήσεις
Κλητικήδηλοποίησηδηλοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →