δηλοποίηση
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δηλοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δηλοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δηλοποίη(σις) + -ση ή δηλοποι(ώ), δηλοποιη- + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δηλοποίηση | δηλοποιήσεις |
| Γενική | δηλοποίησης | δηλοποιήσεων |
| Αιτιατική | δηλοποίηση | δηλοποιήσεις |
| Κλητική | δηλοποίηση | δηλοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →