δηλωτικός
•
- που έχει την ιδιότητα να δηλώνει, να φανερώνει κάτι για κάποιο θέμα Βικιλεξικό
- αυτή η ενέργεια είναι δηλωτική των προθέσεών του
Ετυμολογία
δηλωτικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δηλωτικός | δηλωτική | δηλωτικό |
| Γενική | δηλωτικού | δηλωτικής | δηλωτικού |
| Αιτιατική | δηλωτικό | δηλωτική | δηλωτικό |
| Κλητική | δηλωτικέ | δηλωτική | δηλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δηλωτικοί | δηλωτικές | δηλωτικά |
| Γενική | δηλωτικών | δηλωτικών | δηλωτικών |
| Αιτιατική | δηλωτικούς | δηλωτικές | δηλωτικά |
| Κλητική | δηλωτικοί | δηλωτικές | δηλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →