δημαρχικός
•
- σχετικός με το δήμαρχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημαρχικός < δήμαρχος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημαρχικός | δημαρχική | δημαρχικό |
| Γενική | δημαρχικού | δημαρχικής | δημαρχικού |
| Αιτιατική | δημαρχικό | δημαρχική | δημαρχικό |
| Κλητική | δημαρχικέ | δημαρχική | δημαρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημαρχικοί | δημαρχικές | δημαρχικά |
| Γενική | δημαρχικών | δημαρχικών | δημαρχικών |
| Αιτιατική | δημαρχικούς | δημαρχικές | δημαρχικά |
| Κλητική | δημαρχικοί | δημαρχικές | δημαρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →