δημεύω
•
- μετατρέπω ιδιωτική περιουσία ή αγαθό σε ιδιοκτησία του κράτους, χωρίς να δώσω οικονομικό αντάλλαγμα, ως ποινή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημεύω < αρχαία ελληνική δημεύω < δῆμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deh₂mos < *deh₂- (διαιρώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημεύω | δημεύεις | δημεύει | δημεύουμε | δημεύετε | δημεύουν / δημεύουνε |
| Παρατατικός | δήμευα | δήμευες | δήμευε | δημεύαμε | δημεύατε | δήμευαν / δημεύαν / δημεύανε |
| Αόριστος | δήμευσα | δήμευσες | δήμευσε | δημεύσαμε | δημεύσατε | δήμευσαν / δημεύσαν / δημεύσανε |
| Μέλλοντας | θα δημεύσω / θα δημεύω | θα δημεύεις / θα δημεύσεις | θα δημεύει / θα δημεύσει | θα δημεύουμε / θα δημεύσουμε | θα δημεύετε / θα δημεύσετε | θα δημεύουν / θα δημεύουνε / θα δημεύσουν / θα δημεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δημεύσει | έχεις δημεύσει | έχει δημεύσει | έχουμε δημεύσει | έχετε δημεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημεύσει | είχες δημεύσει | είχε δημεύσει | είχαμε δημεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημεύσει / να δημεύσω / να δημεύω | να έχεις δημεύσει / να δημεύεις / να δημεύσεις | να έχει δημεύσει / να δημεύει / να δημεύσει | να έχουμε δημεύσει / να δημεύουμε / να δημεύσουμε | να έχετε δημεύσει / να δημεύετε / να δημεύσετε | να δημεύουν / να δημεύουνε / να δημεύσουν / να δημεύσουνε |
| Προστακτική | — | δήμευε / δήμευσε | — | — | δημεύετε / δημεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →