δημηγορώ
•
- εκφωνώ δημόσια ρητορικό λόγο, κυρίως πολιτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημηγορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημηγορέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημηγορώ | δημηγορείς | δημηγορεί | δημηγορούμε | δημηγορείτε | δημηγορούν / δημηγορούνε |
| Παρατατικός | δημηγορούσα | δημηγορούσες | δημηγορούσε | δημηγορούσαμε | δημηγορούσατε | δημηγορούσαν / δημηγορούσανε |
| Αόριστος | δημηγόρησα | δημηγόρησες | δημηγόρησε | δημηγορήσαμε | δημηγορήσατε | δημηγορήσαν / δημηγορήσανε / δημηγόρησαν |
| Μέλλοντας | θα δημηγορήσω / θα δημηγορώ | θα δημηγορήσεις / θα δημηγορείς | θα δημηγορήσει / θα δημηγορεί | θα δημηγορήσουμε / θα δημηγορούμε | θα δημηγορήσετε / θα δημηγορείτε | θα δημηγορήσουν / θα δημηγορήσουνε / θα δημηγορούν / θα δημηγορούνε |
| Παρακείμενος | έχω δημηγορήσει | έχεις δημηγορήσει | έχει δημηγορήσει | έχουμε δημηγορήσει | έχετε δημηγορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημηγορήσει | είχες δημηγορήσει | είχε δημηγορήσει | είχαμε δημηγορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημηγορήσει / να δημηγορήσω / να δημηγορώ | να έχεις δημηγορήσει / να δημηγορήσεις / να δημηγορείς | να έχει δημηγορήσει / να δημηγορήσει / να δημηγορεί | να έχουμε δημηγορήσει / να δημηγορήσουμε / να δημηγορούμε | να έχετε δημηγορήσει / να δημηγορήσετε / να δημηγορείτε | να δημηγορήσουν / να δημηγορήσουνε / να δημηγορούν / να δημηγορούνε |
| Προστακτική | — | δημηγόρει / δημηγόρησε | — | — | δημηγορήστε / δημηγορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →