δημιουργία
•
- η ενέργεια του ρήματος δημιουργώ Βικιλεξικό
- η δημιουργία ενός έργου τέχνης
- το αποτέλεσμα (παράγωγο, παραγόμενο) της πράξης (του ρήματος) δημιουργώ, το δημιούργημα Βικιλεξικό
- αυτός ο οίκος μόδας παρουσίασε τις νέες του δημιουργίες
Ετυμολογία
δημιουργία < αρχαία ελληνική δημιουργία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημιουργία | δημιουργίες |
| Γενική | δημιουργίας | δημιουργιών |
| Αιτιατική | δημιουργία | δημιουργίες |
| Κλητική | δημιουργία | δημιουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →