δημιουργούμαι
•
- φτιάχνω τη ζωή μου, πετυχαίνω στους τομείς που ασχολούμαι, προοδεύω Βικιλεξικό
- προκύπτω (συνήθως στο γ’ ενικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημιουργούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δημιουργώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημιουργούμαι | δημιουργείσαι | δημιουργείται | δημιουργούμαστε | δημιουργείστε | δημιουργούνται |
| Παρατατικός | δημιουργούμουν | δημιουργούσουν | δημιουργούνταν | δημιουργούμασταν / δημιουργούμαστε | δημιουργούσασταν / δημιουργούσαστε | δημιουργούνταν |
| Αόριστος | δημιουργήθηκα | δημιουργήθηκες | δημιουργήθηκε | δημιουργηθήκαμε | δημιουργηθήκατε | δημιουργήθηκαν / δημιουργηθήκαν / δημιουργηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα δημιουργηθώ / θα δημιουργούμαι | θα δημιουργείσαι / θα δημιουργηθείς | θα δημιουργείται / θα δημιουργηθεί | θα δημιουργηθούμε / θα δημιουργούμαστε | θα δημιουργείστε / θα δημιουργηθείτε | θα δημιουργηθούν / θα δημιουργηθούνε / θα δημιουργούνται |
| Παρακείμενος | έχω δημιουργηθεί | έχεις δημιουργηθεί | έχει δημιουργηθεί | έχουμε δημιουργηθεί | έχετε δημιουργηθεί | έχουν δημιουργηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημιουργηθεί | είχες δημιουργηθεί | είχε δημιουργηθεί | είχαμε δημιουργηθεί | είχατε δημιουργηθεί | είχαν δημιουργηθεί |
| Υποτακτική | να έχω δημιουργηθεί / να δημιουργηθώ / να δημιουργούμαι | να έχεις δημιουργηθεί / να δημιουργείσαι / να δημιουργηθείς | να έχει δημιουργηθεί / να δημιουργείται / να δημιουργηθεί | να έχουμε δημιουργηθεί / να δημιουργηθούμε / να δημιουργούμαστε | να έχετε δημιουργηθεί / να δημιουργείστε / να δημιουργηθείτε | να έχουν δημιουργηθεί / να δημιουργηθούν / να δημιουργηθούνε / να δημιουργούνται |
| Προστακτική | — | δημιουργήσου | — | — | δημιουργείστε / δημιουργηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →