Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημιουργούμαι

ρήμα
•
  1. φτιάχνω τη ζωή μου, πετυχαίνω στους τομείς που ασχολούμαι, προοδεύω Βικιλεξικό
  2. προκύπτω (συνήθως στο γ’ ενικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημιουργούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δημιουργώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδημιουργούμαιδημιουργείσαιδημιουργείταιδημιουργούμαστεδημιουργείστεδημιουργούνται
Παρατατικόςδημιουργούμουνδημιουργούσουνδημιουργούντανδημιουργούμασταν / δημιουργούμαστεδημιουργούσασταν / δημιουργούσαστεδημιουργούνταν
Αόριστοςδημιουργήθηκαδημιουργήθηκεςδημιουργήθηκεδημιουργηθήκαμεδημιουργηθήκατεδημιουργήθηκαν / δημιουργηθήκαν / δημιουργηθήκανε
Μέλλονταςθα δημιουργηθώ / θα δημιουργούμαιθα δημιουργείσαι / θα δημιουργηθείςθα δημιουργείται / θα δημιουργηθείθα δημιουργηθούμε / θα δημιουργούμαστεθα δημιουργείστε / θα δημιουργηθείτεθα δημιουργηθούν / θα δημιουργηθούνε / θα δημιουργούνται
Παρακείμενοςέχω δημιουργηθείέχεις δημιουργηθείέχει δημιουργηθείέχουμε δημιουργηθείέχετε δημιουργηθείέχουν δημιουργηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα δημιουργηθείείχες δημιουργηθείείχε δημιουργηθείείχαμε δημιουργηθείείχατε δημιουργηθείείχαν δημιουργηθεί
Υποτακτικήνα έχω δημιουργηθεί / να δημιουργηθώ / να δημιουργούμαινα έχεις δημιουργηθεί / να δημιουργείσαι / να δημιουργηθείςνα έχει δημιουργηθεί / να δημιουργείται / να δημιουργηθείνα έχουμε δημιουργηθεί / να δημιουργηθούμε / να δημιουργούμαστενα έχετε δημιουργηθεί / να δημιουργείστε / να δημιουργηθείτενα έχουν δημιουργηθεί / να δημιουργηθούν / να δημιουργηθούνε / να δημιουργούνται
Προστακτική—δημιουργήσου——δημιουργείστε / δημιουργηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →