Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοδιδασκάλισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοδημοδιδάσκαλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοδιδασκάλισσα < δημοδιδάσκαλος + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδημοδιδασκάλισσαδημοδιδασκάλισσες
Γενικήδημοδιδασκάλισσαςδημοδιδασκαλισσών
Αιτιατικήδημοδιδασκάλισσαδημοδιδασκάλισσες
Κλητικήδημοδιδασκάλισσαδημοδιδασκάλισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →