δημοδιδασκάλισσα
•
- παρωχημένοδημοδιδάσκαλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοδιδασκάλισσα < δημοδιδάσκαλος + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοδιδασκάλισσα | δημοδιδασκάλισσες |
| Γενική | δημοδιδασκάλισσας | δημοδιδασκαλισσών |
| Αιτιατική | δημοδιδασκάλισσα | δημοδιδασκάλισσες |
| Κλητική | δημοδιδασκάλισσα | δημοδιδασκάλισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →