Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοκοπώ

ρήμα
•
  1. προσπαθώ να πάρω με το μέρος μου τον λαό και να κερδίσω την εύνοιά του με κάθε μέσο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοκοπώ < (ελληνιστική κοινή) / δημοκοπῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδημοκοπώδημοκοπείςδημοκοπείδημοκοπούμεδημοκοπείτεδημοκοπούν / δημοκοπούνε
Παρατατικόςδημοκοπούσαδημοκοπούσεςδημοκοπούσεδημοκοπούσαμεδημοκοπούσατεδημοκοπούσαν / δημοκοπούσανε
Αόριστοςδημοκόπησαδημοκόπησεςδημοκόπησεδημοκοπήσαμεδημοκοπήσατεδημοκοπήσαν / δημοκοπήσανε / δημοκόπησαν
Μέλλονταςθα δημοκοπήσω / θα δημοκοπώθα δημοκοπήσεις / θα δημοκοπείςθα δημοκοπήσει / θα δημοκοπείθα δημοκοπήσουμε / θα δημοκοπούμεθα δημοκοπήσετε / θα δημοκοπείτεθα δημοκοπήσουν / θα δημοκοπήσουνε / θα δημοκοπούν / θα δημοκοπούνε
Παρακείμενοςέχω δημοκοπήσειέχεις δημοκοπήσειέχει δημοκοπήσειέχουμε δημοκοπήσειέχετε δημοκοπήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δημοκοπήσειείχες δημοκοπήσειείχε δημοκοπήσειείχαμε δημοκοπήσει——
Υποτακτικήνα έχω δημοκοπήσει / να δημοκοπήσω / να δημοκοπώνα έχεις δημοκοπήσει / να δημοκοπήσεις / να δημοκοπείςνα έχει δημοκοπήσει / να δημοκοπήσει / να δημοκοπείνα έχουμε δημοκοπήσει / να δημοκοπήσουμε / να δημοκοπούμενα έχετε δημοκοπήσει / να δημοκοπήσετε / να δημοκοπείτενα δημοκοπήσουν / να δημοκοπήσουνε / να δημοκοπούν / να δημοκοπούνε
Προστακτική—δημοκόπει / δημοκόπησε——δημοκοπήστε / δημοκοπείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →