δημοκράτορας
•
- αυτός που κατέχει τα «πρωτεία» της άσκησης εξουσίας στα πρώιμα ρωμαϊκά χρόνια Βικιλεξικό
- μεταφορικάείναι εκείνος που συγκεντρώνει μεν απόλυτη κυριαρχία στην άσκηση της εξουσίας, αλλά την ασκεί δε κατά τρόπο αποδεκτό από το πλήθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοκράτορας < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοκράτορας | δημοκράτορες |
| Γενική | δημοκράτορα | δημοκρατόρων |
| Αιτιατική | δημοκράτορα | δημοκράτορες |
| Κλητική | δημοκράτορα | δημοκράτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →