Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοσιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο δημόσιος δρόμος, συνήθως ο ασφαλτόστρωτος επαρχιακός δρόμος που ενώνει μεταξύ τους δύο οικισμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσιά < δημοσία οδός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδημοσιάδημοσιές
Γενικήδημοσιάςδημοσιών
Αιτιατικήδημοσιάδημοσιές
Κλητικήδημοσιάδημοσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δημοσία

επίθετο, θηλυκό
•
  1. δοτική ενικού του θηλυκού γένους δημόσια του επιθέτου δημόσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσία < αρχαία ελληνική δημοσίᾳ, δοτικοφανές επίρρημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δημοσία

επίρρημα
•
  1. δημοσίως, δημόσια, μπροστά σε κοινό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσία < αρχαία ελληνική δημοσίᾳ, δοτικοφανές επίρρημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δημόσια

επίρρημα
•
  1. μπροστά σε κοινό, με ανοιχτό και δημόσιο τρόπο Βικιλεξικό
  2. σχετικά με ή/και που αφορά το κράτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημόσια < δημόσιος

Άλλοι τύποι

δημοσία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →