δημοσιευμένος
•
- που έχει δημοσιευτεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοσιευμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου δημοσιεύω
Άλλοι τύποι
δημοσιευμέναδημοσιευμένεδημοσιευμένεςδημοσιευμένηδημοσιευμένηςδημοσιευμένοδημοσιευμένοιδημοσιευμένοςδημοσιευμένουδημοσιευμένουςδημοσιευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →