Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοσιογραφώ

/ði.mo.si.o.ɣɾaˈfo/ρήμα
•
  1. ασκώ το επάγγελμα του δημοσιογράφου ή ασχολούμαι με τη δημοσιογραφία ερασιτεχνικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσιογραφώ < δημοσιογράφ(ος) + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδημοσιογραφώδημοσιογραφείςδημοσιογραφείδημοσιογραφούμεδημοσιογραφείτεδημοσιογραφούν / δημοσιογραφούνε
Παρατατικόςδημοσιογραφούσαδημοσιογραφούσεςδημοσιογραφούσεδημοσιογραφούσαμεδημοσιογραφούσατεδημοσιογραφούσαν / δημοσιογραφούσανε
Αόριστοςδημοσιογράφησαδημοσιογράφησεςδημοσιογράφησεδημοσιογραφήσαμεδημοσιογραφήσατεδημοσιογράφησαν / δημοσιογραφήσαν / δημοσιογραφήσανε
Μέλλονταςθα δημοσιογραφήσω / θα δημοσιογραφώθα δημοσιογραφήσεις / θα δημοσιογραφείςθα δημοσιογραφήσει / θα δημοσιογραφείθα δημοσιογραφήσουμε / θα δημοσιογραφούμεθα δημοσιογραφήσετε / θα δημοσιογραφείτεθα δημοσιογραφήσουν / θα δημοσιογραφήσουνε / θα δημοσιογραφούν / θα δημοσιογραφούνε
Παρακείμενοςέχω δημοσιογραφήσειέχεις δημοσιογραφήσειέχει δημοσιογραφήσειέχουμε δημοσιογραφήσειέχετε δημοσιογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δημοσιογραφήσειείχες δημοσιογραφήσειείχε δημοσιογραφήσειείχαμε δημοσιογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσω / να δημοσιογραφώνα έχεις δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσεις / να δημοσιογραφείςνα έχει δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφείνα έχουμε δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσουμε / να δημοσιογραφούμενα έχετε δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσετε / να δημοσιογραφείτενα δημοσιογραφήσουν / να δημοσιογραφήσουνε / να δημοσιογραφούν / να δημοσιογραφούνε
Προστακτική—δημοσιογράφει / δημοσιογράφησε——δημοσιογραφήστε / δημοσιογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →