δημοσιογραφώ
•
- ασκώ το επάγγελμα του δημοσιογράφου ή ασχολούμαι με τη δημοσιογραφία ερασιτεχνικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοσιογραφώ < δημοσιογράφ(ος) + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημοσιογραφώ | δημοσιογραφείς | δημοσιογραφεί | δημοσιογραφούμε | δημοσιογραφείτε | δημοσιογραφούν / δημοσιογραφούνε |
| Παρατατικός | δημοσιογραφούσα | δημοσιογραφούσες | δημοσιογραφούσε | δημοσιογραφούσαμε | δημοσιογραφούσατε | δημοσιογραφούσαν / δημοσιογραφούσανε |
| Αόριστος | δημοσιογράφησα | δημοσιογράφησες | δημοσιογράφησε | δημοσιογραφήσαμε | δημοσιογραφήσατε | δημοσιογράφησαν / δημοσιογραφήσαν / δημοσιογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα δημοσιογραφήσω / θα δημοσιογραφώ | θα δημοσιογραφήσεις / θα δημοσιογραφείς | θα δημοσιογραφήσει / θα δημοσιογραφεί | θα δημοσιογραφήσουμε / θα δημοσιογραφούμε | θα δημοσιογραφήσετε / θα δημοσιογραφείτε | θα δημοσιογραφήσουν / θα δημοσιογραφήσουνε / θα δημοσιογραφούν / θα δημοσιογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω δημοσιογραφήσει | έχεις δημοσιογραφήσει | έχει δημοσιογραφήσει | έχουμε δημοσιογραφήσει | έχετε δημοσιογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημοσιογραφήσει | είχες δημοσιογραφήσει | είχε δημοσιογραφήσει | είχαμε δημοσιογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσω / να δημοσιογραφώ | να έχεις δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσεις / να δημοσιογραφείς | να έχει δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφεί | να έχουμε δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσουμε / να δημοσιογραφούμε | να έχετε δημοσιογραφήσει / να δημοσιογραφήσετε / να δημοσιογραφείτε | να δημοσιογραφήσουν / να δημοσιογραφήσουνε / να δημοσιογραφούν / να δημοσιογραφούνε |
| Προστακτική | — | δημοσιογράφει / δημοσιογράφησε | — | — | δημοσιογραφήστε / δημοσιογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →