δημοσιοποιούμαι
•
- με καθιστούν δημόσιο, με γνωστοποιούν, με κοινοποιούν, με ανακοινώνουν, εκθέτουν (συχνά για κάτι που κάτω από άλλες συνθήκες θα έμενε κρυφό) Βικιλεξικό
- δημοσιοποιείται μια απόρρητη έκθεση, ένα μυστικό, μια ιδιωτική φωτογραφία
- με δημοσιεύουν, για κάτι που όφειλε να είναι κοινό κτήμα και γνωστό σε όλους Βικιλεξικό
- τα πρακτικά δημοσιοποιήθηκαν κατόπιν πιέσεων των δημοσιογράφων
Ετυμολογία
δημοσιοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος δημοσιοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημοσιοποιούμαι | δημοσιοποιείσαι | δημοσιοποιείται | δημοσιοποιούμαστε | δημοσιοποιείστε | δημοσιοποιούνται |
| Παρατατικός | δημοσιοποιούμουν | δημοσιοποιούσουν | δημοσιοποιούνταν | δημοσιοποιούμασταν / δημοσιοποιούμαστε | δημοσιοποιούσασταν / δημοσιοποιούσαστε | δημοσιοποιούνταν |
| Αόριστος | δημοσιοποιήθηκα | δημοσιοποιήθηκες | δημοσιοποιήθηκε | δημοσιοποιηθήκαμε | δημοσιοποιηθήκατε | δημοσιοποιήθηκαν / δημοσιοποιηθήκαν / δημοσιοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα δημοσιοποιηθώ / θα δημοσιοποιούμαι | θα δημοσιοποιείσαι / θα δημοσιοποιηθείς | θα δημοσιοποιείται / θα δημοσιοποιηθεί | θα δημοσιοποιηθούμε / θα δημοσιοποιούμαστε | θα δημοσιοποιείστε / θα δημοσιοποιηθείτε | θα δημοσιοποιηθούν / θα δημοσιοποιηθούνε / θα δημοσιοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω δημοσιοποιηθεί | έχεις δημοσιοποιηθεί | έχει δημοσιοποιηθεί | έχουμε δημοσιοποιηθεί | έχετε δημοσιοποιηθεί | έχουν δημοσιοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημοσιοποιηθεί | είχες δημοσιοποιηθεί | είχε δημοσιοποιηθεί | είχαμε δημοσιοποιηθεί | είχατε δημοσιοποιηθεί | είχαν δημοσιοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω δημοσιοποιηθεί / να δημοσιοποιηθώ / να δημοσιοποιούμαι | να έχεις δημοσιοποιηθεί / να δημοσιοποιείσαι / να δημοσιοποιηθείς | να έχει δημοσιοποιηθεί / να δημοσιοποιείται / να δημοσιοποιηθεί | να έχουμε δημοσιοποιηθεί / να δημοσιοποιηθούμε / να δημοσιοποιούμαστε | να έχετε δημοσιοποιηθεί / να δημοσιοποιείστε / να δημοσιοποιηθείτε | να έχουν δημοσιοποιηθεί / να δημοσιοποιηθούν / να δημοσιοποιηθούνε / να δημοσιοποιούνται |
| Προστακτική | — | δημοσιοποιήσου | — | — | δημοσιοποιείστε / δημοσιοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →