Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοσιοσχεσίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον δημοσιοσχεσίστα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσιοσχεσίστικος < δημοσιοσχεσίστας + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιοσχεσίστικοςδημοσιοσχεσίστικηδημοσιοσχεσίστικο
Γενικήδημοσιοσχεσίστικουδημοσιοσχεσίστικηςδημοσιοσχεσίστικου
Αιτιατικήδημοσιοσχεσίστικοδημοσιοσχεσίστικηδημοσιοσχεσίστικο
Κλητικήδημοσιοσχεσίστικεδημοσιοσχεσίστικηδημοσιοσχεσίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιοσχεσίστικοιδημοσιοσχεσίστικεςδημοσιοσχεσίστικα
Γενικήδημοσιοσχεσίστικωνδημοσιοσχεσίστικωνδημοσιοσχεσίστικων
Αιτιατικήδημοσιοσχεσίστικουςδημοσιοσχεσίστικεςδημοσιοσχεσίστικα
Κλητικήδημοσιοσχεσίστικοιδημοσιοσχεσίστικεςδημοσιοσχεσίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →