Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοσιοϋπαλληλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός δημοσίου υπαλλήλου Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη (κακώς εννοούμενη) νοοτροπία ή συμπεριφορά ενός δημοσίου υπαλλήλου, η έλλειψη διάθεσης για εξυπηρέτηση και προσφορά, το αραλίκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσιοϋπαλληλία < δημόσιος υπάλληλος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδημοσιοϋπαλληλίαδημοσιοϋπαλληλίες
Γενικήδημοσιοϋπαλληλίαςδημοσιοϋπαλληλιών
Αιτιατικήδημοσιοϋπαλληλίαδημοσιοϋπαλληλίες
Κλητικήδημοσιοϋπαλληλίαδημοσιοϋπαλληλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →