δημοσυντήρητος
•
- που συντηρείται από κάποιο δήμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοσυντήρητος < δήμος + -ο- + συντηρώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσυντήρητος | δημοσυντήρητη | δημοσυντήρητο |
| Γενική | δημοσυντήρητου | δημοσυντήρητης | δημοσυντήρητου |
| Αιτιατική | δημοσυντήρητο | δημοσυντήρητη | δημοσυντήρητο |
| Κλητική | δημοσυντήρητε | δημοσυντήρητη | δημοσυντήρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσυντήρητοι | δημοσυντήρητες | δημοσυντήρητα |
| Γενική | δημοσυντήρητων | δημοσυντήρητων | δημοσυντήρητων |
| Αιτιατική | δημοσυντήρητους | δημοσυντήρητες | δημοσυντήρητα |
| Κλητική | δημοσυντήρητοι | δημοσυντήρητες | δημοσυντήρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →