Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοτική ενότητα

/ði.mo.ti.ci eˈno.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποδιαίρεση ενός δήμου στην Ελλάδα, η οποία εισήχθη με το Πρόγραμμα «Καλλικράτης», που αντιστοιχεί στους πρώην δήμους που συγχωνεύτηκαν Βικιλεξικό
    • Με τη συμμετοχή 208 δήμων - εκ των 330 της χώρας - ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση του προγράμματος για την εκπόνηση Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ). Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για την εκπόνηση ΤΠΣ σε 627 δημοτικές ενότητες από τις συνολικά 1.044 που απαιτούνται για να αποκτήσει επιτέλους πολεοδομικό σχεδιασμό το σύνολο της χώρας.

Ετυμολογία

δημοτική ενότητα < → δείτε τις λέξεις δημοτικός και ενότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδημοτική ενότηταδημοτικές ενότητες
Γενικήδημοτικής ενότηταςδημοτικών ενοτήτων
Αιτιατικήδημοτική ενότηταδημοτικές ενότητες
Κλητικήδημοτική ενότηταδημοτικές ενότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →