Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοτολόγιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο κατάλογος των δημοτών ενός δήμου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοτολόγιο < δημοτ(ης) + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδημοτολόγιοδημοτολόγια
Γενικήδημοτολογίου / δημοτολόγιουδημοτολογίων / δημοτολόγιων
Αιτιατικήδημοτολόγιοδημοτολόγια
Κλητικήδημοτολόγιοδημοτολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →