Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοφιλής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον αγαπά πολύ ο κόσμος Βικιλεξικό
    • Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
    • Το ανθρωπωνύμιο Μένανδρος, γνωστό σε ιστορικά πρόσωπα της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αποτελεί επίσης ένα από τα πιο δημοφιλή και κοινά ονόματα στη Μακεδονία, το οποίο μαρτυρείται και στην Πέλλα (Αρχαιολογικόν Δελτίον: Μελέτες, μέρος Α, τομ. 53, Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών, 2002, σελ. 302)

Ετυμολογία

δημοφιλής < (ελληνιστική κοινή) < δῆμος + φιλέω (αυτός που τον αγαπά ο λαός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοφιλήςδημοφιλήςδημοφιλές
Γενικήδημοφιλούςδημοφιλούςδημοφιλούς
Αιτιατικήδημοφιλήδημοφιλήδημοφιλές
Κλητικήδημοφιλή / δημοφιλήςδημοφιλήςδημοφιλές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοφιλείςδημοφιλείςδημοφιλή
Γενικήδημοφιλώνδημοφιλώνδημοφιλών
Αιτιατικήδημοφιλείςδημοφιλείςδημοφιλή
Κλητικήδημοφιλείςδημοφιλείςδημοφιλή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →