δημοψηφισματικός
•
- που έχει σχέση με δημοψήφισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοψηφισματικός < δημοψήφισμα + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοψηφισματικός | δημοψηφισματική | δημοψηφισματικό |
| Γενική | δημοψηφισματικού | δημοψηφισματικής | δημοψηφισματικού |
| Αιτιατική | δημοψηφισματικό | δημοψηφισματική | δημοψηφισματικό |
| Κλητική | δημοψηφισματικέ | δημοψηφισματική | δημοψηφισματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοψηφισματικοί | δημοψηφισματικές | δημοψηφισματικά |
| Γενική | δημοψηφισματικών | δημοψηφισματικών | δημοψηφισματικών |
| Αιτιατική | δημοψηφισματικούς | δημοψηφισματικές | δημοψηφισματικά |
| Κλητική | δημοψηφισματικοί | δημοψηφισματικές | δημοψηφισματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →