Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοψηφισματικός

/ði.mo.psi.fi.zma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δημοψήφισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοψηφισματικός < δημοψήφισμα + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοψηφισματικόςδημοψηφισματικήδημοψηφισματικό
Γενικήδημοψηφισματικούδημοψηφισματικήςδημοψηφισματικού
Αιτιατικήδημοψηφισματικόδημοψηφισματικήδημοψηφισματικό
Κλητικήδημοψηφισματικέδημοψηφισματικήδημοψηφισματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοψηφισματικοίδημοψηφισματικέςδημοψηφισματικά
Γενικήδημοψηφισματικώνδημοψηφισματικώνδημοψηφισματικών
Αιτιατικήδημοψηφισματικούςδημοψηφισματικέςδημοψηφισματικά
Κλητικήδημοψηφισματικοίδημοψηφισματικέςδημοψηφισματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →