διά νά
•
- για να, προκειμένου να Βικιλεξικό
- 1891 Κωστής Παλαμάς, Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1891, Παλῃὸ τραγοῦδι τοῦ νέου καιροῦ
Ετυμολογία
διὰ νά < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διὰ νά.
Άλλοι τύποι
διὰνά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →