διά ταύτα
•
- λόγιογια αυτά που προαναφέρθηκαν, για όσα διαπιστώθηκαν πριν· σαν εισαγωγή (έπειτα από παράθεση αιτιών, διαπιστώσεων κ.λπ.) για εντολές, αποφάσεις Βικιλεξικό
- το διά ταύτα: το (τελικό) συμπέρασμα
Ετυμολογία
διά ταύτα < → δείτε τις λέξεις διά και ταύτα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →