Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάβροχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει βραχεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διάβροχος < αρχαία ελληνική διάβροχος < διαβρέχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάβροχοςδιάβροχηδιάβροχο
Γενικήδιάβροχουδιάβροχηςδιάβροχου
Αιτιατικήδιάβροχοδιάβροχηδιάβροχο
Κλητικήδιάβροχεδιάβροχηδιάβροχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάβροχοιδιάβροχεςδιάβροχα
Γενικήδιάβροχωνδιάβροχωνδιάβροχων
Αιτιατικήδιάβροχουςδιάβροχεςδιάβροχα
Κλητικήδιάβροχοιδιάβροχεςδιάβροχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →