διάβρωση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαβρώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαχρείωση, διαφθορά, φθορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάβρωση < 1. (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάβρωσις < αρχαία ελληνική διαβιβρώσκω < βιβρώσκω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική érosion ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική corrosion) :2. στη σημασία «διαφθορά, εξαχρείωση»: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική corruption
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάβρωση | διαβρώσεις |
| Γενική | διάβρωσης | διαβρώσεων |
| Αιτιατική | διάβρωση | διαβρώσεις |
| Κλητική | διάβρωση | διαβρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →