διάδημα
•
- ενδυμασίαταινία που δένεται γύρω στο κεφάλι ανδρών ή γυναικών και συγκρατεί τα μαλλιά. Βικιλεξικό
- στέμμα, κορόνα (π.χ για τον Πάπα), τιάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάδημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική < διαδέω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάδημα | διαδήματα |
| Γενική | διαδήματος | διαδημάτων |
| Αιτιατική | διάδημα | διαδήματα |
| Κλητική | διάδημα | διαδήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →